σκότωμα

Μεταφράσεις

σκότωμα

('skotoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να σκοτώνει κν κπ Θέλει σκότωμα το κάθαρμα.
2. για κτ εξοντωτικό Είναι σκότωμα αυτή η δουλειά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close