σκύβω

Μεταφράσεις

σκύβω

('scivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
γέρνω σκύβω το κεφάλιτο σώμα
υποτάσσομαι

σκύβω

bend, bow, stoop, duck, bend down, bend overse baisser, se pencher, fléchirيَـمْيلُ, يَنْحَنِيpředklonit se, sklonit sebukke sig ned, læne (sig)bücken (sich), nach vorn beugen (sich)agacharse, inclinarsekumartua, nojata eteenpäinsagnuti sechinarsiかがむ굽히다naar beneden buigen, vooroverbuigenbøye (seg) ned, bøye (seg) overpochylić się, schylić sięcurvar-se, inclinar-seнаклонятьсяböja (sig), böja sig nerก้มตัว, ก้มลงeğilmekcúi xuống俯身, 弯腰
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γέρνω σκύβω να πιάσω κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close