σμίγω

Μεταφράσεις

σμίγω

intermingle ('zmiɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
συναντιέμαι Οι παλιοί φίλοι έσμιξαν ξανά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close