σμίκρυνση

Μεταφράσεις

σμίκρυνση

('zmikrinsi)
ουσιαστικό θηλυκό
η μείωση του μεγέθους σμίκρυνση φωτογραφιών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close