σνίτσελ

Μεταφράσεις

σνίτσελ

Schnitzelschnitzelsznycelシュニッツェルschnitzelschnitzelschnitzelשניצלřízek ('snitsel)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
φέτα κρέας βουτηγμένη σε αυγό και φρυγανιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close