σοβαρεύω

Μεταφράσεις

σοβαρεύω

(sova'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι σοβαρός Το πρόσωπό του σοβάρεψε.
2. χειροτερεύω Η κατάστασή του σοβάρεψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close