σοκ

Μεταφράσεις

σοκ

shockصَدْمَةšokchokSchockimpresión, choqueiskuchocšokshock衝撃충격shocksjokkwstrząschoqueшокchockความตกใจşokcú sốc休克шок休克הלם (sok)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
κλονισμός, ταραχή παθαίνω σοκ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close