σουβλερός

Μεταφράσεις

σουβλερός

(suvle'ros) αρσενικό

σουβλερή

(suvle'ri) θηλυκό

σουβλερό

(suvle'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. μυτερός σουβλερή μύτη
2. διαπεραστικός σουβλερός πόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close