σουφρώνω

Μεταφράσεις

σουφρώνω

froncer, mendier, quémander, taxernab, pilfer, pinch (su'frono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σμίγω τα φρύδια
2. οικείο μεταφορικά κλέβω Του σούφρωσε εκατό ευρώ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close