σπάω

Μεταφράσεις

σπάω

('spao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ κομμάτια σπάω ένα βάζο
τον δέρνω πολύ
πέφτω και χτυπάω
2. παραβιάζω σπάω την πόρτα
3. μεταφορικά σταματάω, διακόπτω σπάω τη σιωπή σπάω ένα συμβόλαιο
4. μεταφορικά μειώνω σπάω τις τιμές
προσθέτω άσπρο για να ανοίξει

σπάω

brechenbreak, burstcasserيَكْسِرrozbítbrækkeromperrikkoaslomitirompere割る...을 깨다brekenbrekkezłamaćquebrarпрерыватьha sönderฝ่าฝืน ขัดขืนkırmaklàm vỡ打破
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι κομμάτια Έσπασε το ποτήρι.
2. (για αντικείμενο) είμαι εύθραυστος Προσοχή, σπάει.
3. γερνάω Tο δέρμα του έσπασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close