σπέρνω

Μεταφράσεις

σπέρνω

seed, sow ('sperno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σκορπίζω σπόρους στο χώμα σπέρνω σιτάρι
2. μεταφορικά διαδίδω, εξαπλώνω σπέρνω πανικό
κάνω τους άλλους να καβγαδίζουν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close