σπανίως

Μεταφράσεις

σπανίως

scarcely, rarely

σπανίως

نَادِراً

σπανίως

zřídka

σπανίως

sjældent

σπανίως

selten

σπανίως

casi nunca, ocasionalmente

σπανίως

harvoin

σπανίως

rarement

σπανίως

rijetko

σπανίως

raramente

σπανίως

めったに・・・しない

σπανίως

드물게

σπανίως

zelden

σπανίως

sjelden

σπανίως

rzadko

σπανίως

raramente

σπανίως

редко

σπανίως

sällan

σπανίως

นานๆ ครั้ง

σπανίως

nadiren

σπανίως

hiếm khi

σπανίως

很少地
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close