σπασίκλας

(προωθήθηκε από σπασίκλα)
Μεταφράσεις

σπασίκλας

(spa'siklas) αρσενικό

σπασίκλα

(spa'sikla) θηλυκό
ουσιαστικό
που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μελετάει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close