σπασμωδικός

(προωθήθηκε από σπασμωδική)
Μεταφράσεις

σπασμωδικός

(spazmoði'kos) αρσενικό

σπασμωδική

(spazmoði'ci) θηλυκό

σπασμωδικό

spasmodiqueconvulsive, spasmodicспазматический, спастический (spazmoði'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται με σπασμούς σπασμωδικός βήχας
2. που μοιάζει με σπασμό σπασμωδικές κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close