σπειροειδής

Μεταφράσεις

σπειροειδής

(spiroi'ðis) αρσενικό

σπειροειδές

(spiroi'ðes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχήμα σπείρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close