σπεύδω

Μεταφράσεις

σπεύδω

rush, hasten, hurrys'empresser ('spevðo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
τρέχω κοντά σε κτ ή κπ σπεύδω να βοηθήσω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close