σπρέι

Μεταφράσεις

σπρέι

spray, aerosolpulvérisation, spray, vaporisateurرَشَّاشdrobné kapičkyspraySpraypulverizador, spraysuihkesprejspruzzo噴霧분무sprayspraymgiełkaborrifo, sprayмелкие брызгиsprejละอองน้ำserpintibụi nước喷雾спрей噴霧 ('sprei)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
υγρό που ψεκάζεται με ειδικό μηχανισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close