σπρώξιμο

Μεταφράσεις

σπρώξιμο

pushpushpushpushPushтласъкpushpushPushPushPushプッシュ ('sproksimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. σπρωξιά δίνω σπρωξιά
2. μεταφορικά ώθηση Χρειάζεται σπρώξιμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close