σπρώχνω

Μεταφράσεις

σπρώχνω

push, jostle, poke, prod, shovepousserيَدْفَعtlačitskubbeschiebenempujartyöntääguratispingere押す...을 밀다duwendyttepchnąćempurrar, pushтолкатьskjutaผลักitmekđẩy推动, тласък ('sproxno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παραμερίζω, ρίχνω πιο πέρα Μ' έσπρωξε για να περάσει.
2. πιέζω κτ προς τα εμπρός για να μετακινηθεί Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Σπρώξαμε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close