σπυρωτός

(προωθήθηκε από σπυρωτό)
Μεταφράσεις

σπυρωτός

(spiro'tos) αρσενικό

σπυρωτή

(spiro'ti) θηλυκό

σπυρωτό

(spiro'to) ουδέτερο
επίθετο
του οποίου οι σπόροι δεν κολλάνε σπυρωτό ρύζι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close