στάση

Μεταφράσεις

στάση

stop, attitude, bearing, stopover, haltتَوَقُّفَ, وُقوفzastavenístopHalt, Pausedetención, parada, actitudloppu, pysähdysarrêt, haltestanica, stankafermata, sosta中止, 停止멈춤, 정지하다einde, stilstandstans, stopppostój, przerwaparada, paragem, atitudeостановкаrast, uppehållการหยุดduraksama, durdurmasự dừng lại停止, 态度態度היחסотношението ('stasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σημείο όπου σταματάει μεταφορικό μέσο στάση λεωφορείου στάση μετρό η επόμενη στάση
2. θέση η στάση του σώματος
3. αντιμετώπιση, συμπεριφορά κρατάω στάση άμυνας στάση απέναντι σε κτ φιλική στάση
4. διακοπή στάση εργασίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close