στάσιμος

Μεταφράσεις

στάσιμος

('stasimos) αρσενικό

στάσιμη

('stasimi) θηλυκό

στάσιμο

stationary, stagnantстабильныйestable穩定안정stabile稳定stabilestávelstabilnístableстабиленvakaaمستقرstabil ('stasimo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν αλλάζει στάσιμη κατάσταση
2. που δεν κινείται στάσιμα νερά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close