στέκι

Μεταφράσεις

στέκι

hauntritrovo ('steci)
ουσιαστικό ουδέτερο
χώρος στον οποίο συχνάζει κν καλλιτεχνικό στέκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close