στέκω

Μεταφράσεις

στέκω

estoy ('steko)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. στέκομαι στέκω όρθιος
2. μεταφορικά ισχύω Δε στέκει αυτό που λες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close