στέμμα

Μεταφράσεις

στέμμα

crownتَاجkorunakroneKronecoronakruunucouronnekrunacorona王冠왕관kroonkronekoronacoroaкоронаkronaมงกุฎtaçvương miện王冠, Коронаכתר ('stema)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. κορόνα φοράω στέμμα
2. μεταφορικά η βασιλεία o διάδοχος του στέμματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close