στέρηση

Μεταφράσεις

στέρηση

deprivationDeprivationprivaçãoprivationdeprivaceprivación박탈剝奪الحرمانлишениелишаванеpozbawieniaontbering剥夺 ('sterisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. αφαίρεση η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων
2. έλλειψη στέρηση νερού
3. φτώχεια ζωή χωρίς στερήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close