στέφω

Μεταφράσεις

στέφω

crowncouronner ('stefo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω βασιλικό ή πριγκιπικό τίτλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close