στήνομαι

Μεταφράσεις

στήνομαι

('stinome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. στέκομαι και περιμένω Στήθηκα μπροστά στην πόρτα της.
2. στέκομαι για φωτογραφία Προσπάθησε να μη στήνεσαι!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close