στήνω

Μεταφράσεις

στήνω

erect, stand, rig, put up, setيَضِعُ, يُقِيمpoložit, postavitrejse, sætteaufstellen, setzencolocar, erigirasettaa, pystyttääposer, supporterpodići, postavitialzare, porre定める, 建てる...을 놓다, 설치하다neerzetten, opzettenbygge opp, setteumieścić, zbudowaćconstruir, pôrвоздвигать, устанавливатьsätta, sätta uppวาง จัดเตรียม ตั้งเวลา ตั้งระบบ, สร้างdikmek, koymakđặt, xây dựng建造, ('stino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τοποθετώ στήνω άγαλμα
2. κατασκευάζω, συναρμολογώ στήνω σκηνή
3. ετοιμάζω στήνω παγίδα
4. τσακώνομαι
5. οργανώνω στήνω επιχείρηση
6. μεταφορικά κάνω κπ να περιμένει Μ' έστησε δύο ώρες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close