στήριγμα

Μεταφράσεις

στήριγμα

rest, support ('stiriɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. βάση, αντικείμενο που στηρίζει στήριγμα βιβλίων στήριγμα για τους αγκώνες
2. μεταφορικά βοήθεια, συμπαράσταση ηθικό στήριγμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close