στήσιμο

Μεταφράσεις

στήσιμο

setting upإعداد설정הגדרת ('stisimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η συναρμολόγηση στήσιμο βιβλιοθήκης
2. οργάνωση στήσιμο παράστασης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close