σταθμίζω

Μεταφράσεις

σταθμίζω

plumb, ponder (staθ'mizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
υπολογίζω, λογαριάζω σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close