σταμάτημα

Μεταφράσεις

σταμάτημα

停止остановкаหยุด停止 (sta'matima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η διακοπή το σταμάτημα της κυκλοφορίας το σταμάτημα της αιμορραγίας
2. η ακινητοποίηση το σταμάτημα αυτοκινήτου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close