στατιστικός

(προωθήθηκε από στατιστικό)
Μεταφράσεις

στατιστικός

(statisti'kos) αρσενικό

στατιστική

(statisti'ci) θηλυκό

στατιστικό

statisticalstatistiskastatistiskeстатистически統計statistische統計статистическиеסטטיסטיestatística통계statistischeestadísticastatistiquestilastollinen统计 (statisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη στατιστική στατιστικά δεδομένα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close