σταυρωτός

(προωθήθηκε από σταυρωτό)
Μεταφράσεις

σταυρωτός

(stavro'tos) αρσενικό

σταυρωτή

(stavro'ti) θηλυκό

σταυρωτό

(stavro'to) ουδέτερο
επίθετο
1. τοποθετημένος σε σχήμα σταυρού σταυρωτός χορός
2. που κουμπώνει διασταυρώνοντας δυο πλευρές σταυρωτό σακάκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close