στείρος

Μεταφράσεις

στείρος

('stiros) αρσενικό

στείρα

('stira) θηλυκό

στείρο

infécond, stérileinfertile, sterile, barren, jejuneعَاقِرٌ, عَقِيمُneplodný, sterilnísteril, ufrugtbarsteril, unfruchtbarestérilhedelmätön, steriilineplodan, sterilansterile滅菌した, 繁殖力のない균이 없는, 불임의onvruchtbaar, sterielsteril, ufruktbarnieurodzajny, sterylnyestérilбесплодный, стерильныйinfertil, sterilเป็นหมัน, ปราศจากเชื้อsteril, verimsizvô sinh, vô trùng不生育的, 贫脊的 ('stiro) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν μπορεί να κάνει παιδιά Είναι στείρος, δεν μπορεί να κάνει παιδιά.
2. μεταφορικά χωρίς ουσία ή όφελος στείρα συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close