στεγάζω

Μεταφράσεις

στεγάζω

acomodaraccommodate, houseيَسَعُ لِpojmouttilpasse (sig)unterbringenalojarmajoittaalogersmjestitiospitare宿を提供する숙박처를 제공하다huisvestenhusezakwaterowaćвместитьinhysaจัดที่อยู่ให้barındırmakcung cấp chỗ ở容纳 (ste'ɣazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προσφέρω στέγη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close