στεγανός

Μεταφράσεις

στεγανός

(steɣa'nos) αρσενικό

στεγανή

(steɣa'ni) θηλυκό

στεγανό

אטום (steɣa'no) ουδέτερο
επίθετο
1. αδιαπέραστος από υγρασία στεγανή θήκη
2. που κλείνει ερμητικά στεγανό καπάκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close