στεγαστικός

(προωθήθηκε από στεγαστική)
Μεταφράσεις

στεγαστικός

(steɣasti'kos) αρσενικό

στεγαστική

(steɣasti'ci) θηλυκό

στεγαστικό

housinghuisvesting주택жилье住宅bydleníalloggihabitaçãobostäderlogementGehäuseboliger (steɣasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικό με κατοικία στεγαστικό δάνειο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close