στεγνώνω

Μεταφράσεις

στεγνώνω

(ste'ɣnono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να γίνει στεγνό στεγνώνω τα μαλλιά
2. αφαιρώ την υγρασία με πανί στεγνώνω τα πιάτα

στεγνώνω

يُجَفِّفُsušit (se)tørretrocknendrysecar, secokuivataséchersušitiasciugare乾燥させる건조시키다drogentørkewysuszyćsecar, secoсушитьtorkaทำให้แห้งkurutmaksấy khô干燥יבש
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι στεγνός Τα ρούχα στέγνωσαν.
2. χάνω την υγρασία μου Τα χείλη μου στέγνωσαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close