στενοχωριέμαι

Μεταφράσεις

στενοχωριέμαι

(stenoxor'jeme)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
λυπάμαι, νιώθω στενοχωρημένος Στενοχωριέμαι όταν φεύγεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close