στενοχωρώ

Μεταφράσεις

στενοχωρώ

يُقْلِقُrozrušitgøre ked af detumwerfenupsetdisgustarkaataacontrarieruzrujatiturbareひっくり返す속상하게 만들다van streek makenforstyrrezaniepokoićaborrecerпереворачиватьgöra upprördทำให้อารมณ์เสียkeyfini kaçırmaklàm cho chán nản使心烦 (stenoxo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να είναι στενοχωρημένος Με στενοχώρησαν τα νέα του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close