στενός

Μεταφράσεις

στενός

(ste'nos) αρσενικό

στενή

(ste'ni) θηλυκό

στενό

narrow, tight, close, intimateétroitîngustضَيِّقٌúzkýsmalengestrechokapeauzakstretto狭い좁은smalsmalwąskiestreitoузкийsmalแคบdarchật hẹp狭窄的 (ste'no) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι καθόλου φαρδύς στενό πέρασμα
2. που εφαρμόζει στο σώμα στενό παντελόνι
3. περιορισμένος στενοί ορίζοντες
4. κοντινός στενοί συγγενείς στενές σχέσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close