στενόχωρος

Μεταφράσεις

στενόχωρος

(ste'noxoros) αρσενικό

στενόχωρη

(ste'noxori) θηλυκό

στενόχωρο

cramped (ste'noxoro) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει αρκετό χώρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close