στερεοποιούμαι

Μεταφράσεις

στερεοποιούμαι

(stereopi'ume)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
πήζω, γίνομαι σκληρός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close