στερεύω

Μεταφράσεις

στερεύω

(ste'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ξεραίνομαι Το ποτάμι στέρεψε.
2. μεταφορικά εξαντλούμαι, τελειώνω Η φαντασία του στέρεψε. στερεύω από ιδέες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close