στερεώνω

Μεταφράσεις

στερεώνω

يُثَبِّتُpřipevnitordnebefestigenfixfijarkiinnittääfixerpopravitifissare固定する...을 (...에) 고정시키다reparerenfesteumocowaćfixarзакреплятьlagaติด, ผนึกsabitlemekgắn固定 (stere'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να μην κουνιέται ή να μην πέφτει στερεώνω κερί σε κηροπήγιο στερεώνω τα μαλλιά μου
2. κάνω κτ πιο σταθερό στερεώνω ένα έπιπλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close