στεριώνω

Μεταφράσεις

στεριώνω

(ster'jono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. εγκαθίσταμαι, ριζώνω στεριώνω σε ξένη χώρα
2. γίνομαι σταθερός ή στέρεος Στέριωσε η σχέση τους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close