στεφανώνω

Μεταφράσεις

στεφανώνω

(stefa'nono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω στεφάνι στο κεφάλι κάποιου στεφανώνω το νικητή
2. παντρεύω Eγώ τους στεφάνωσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close