στηρίζω

Μεταφράσεις

στηρίζω

supportétayer (sti'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. συγκρατώ κπ ή κτ για να μην πέσει Αν δεν τον στηρίξεις θα πέσει.
2. βοηθάω Με στήριξαν στις δυσκολίες. στηρίζω την προσπάθεια κάποιου
3. βασίζω Στήριζε τα επιχειρήματά του με παραδείγματα.
4. ακουμπάω, αφήνω στηρίζω τις ελπίδες μου σε
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close